γήπεδον

γή-πεδον, τό,
A = γεώπεδον, plot of ground, Pl.Lg.741c, Arist.Pol.1263a3.
II Trag. used [dialect] Dor. form γάπεδον acc. to St. Byz.: hence γ. for δάπεδον (metri gr.), A.Pr.829 (Pors.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γήπεδον — plot of ground neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηπέδων — γήπεδον plot of ground neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήπεδα — γήπεδον plot of ground neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήπεδο — το (Α γήπεδον και γεώπεδον*) τμήμα γης, αγροτεμάχιο νεοελλ. οικόπεδο και (κυρίως) έκταση ειδικά διευθετημένη και διαρρυθμισμένη για αθλητικές ασκήσεις ή παιδιές (γήπεδο ποδοσφαίρου) ||αρχ. κήπος μέσα σε αστική περιοχή. [ΕΤΥΜΟΛ. < γη + πεδον… …   Dictionary of Greek

  • γαπέδων — γάπεδον neut gen pl γᾱπέδων , γήπεδον plot of ground neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωπέδων — γεώπεδον portion neut gen pl γήπεδον plot of ground neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεώπεδον — portion neut nom/voc/acc sg γήπεδον plot of ground neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάπεδα — γάπεδον neut nom/voc/acc pl γά̱πεδα , γήπεδον plot of ground neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.